Η κατάταξη και η Μικρασιατική Εκστρατεία:
Τα χειρόγραφα1 απομνημονεύματα του Δημητρίου Κασλά αποτελούν μια πολύτιμη πρωτογενή μαρτυρία για τη συμμετοχή του στον Μικρασιατικό Πόλεμο, αλλά και για την προσωπική του δοκιμασία κατά την περίοδο της αιχμαλωσίας (1922–1923). Το κείμενο, γραμμένο σε απλή και βιωματική γλώσσα, αποτυπώνει με άμεσο τρόπο τόσο τον αρχικό ενθουσιασμό των νεαρών στρατιωτών όσο και τις δραματικές συνθήκες της κατάρρευσης του μετώπου, της υποχώρησης και της αιχμαλωσίας.
Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα, εστιάζοντας στις τελευταίες ημέρες πριν από την αιχμαλωσία, καθώς και στις εμπειρίες του Κασλά από τα στρατόπεδα μέχρι την επιστροφή του στο χωριό του, τον Απρίλιο του 1923. Η αφήγησή του συνδυάζει την προσωπική μνήμη με την ιστορική εμπειρία μιας γενιάς στρατιωτών που βίωσαν την ήττα και τις κακουχίες της αιχμαλωσίας, πριν επιστρέψουν, συχνά βαθιά σημαδεμένοι, στην πατρίδα τους:
«Έτος 1920. Την 24ην Ιουνίου 1920 κατετάγην ως κληρωτός εις τα έμπεδα της Ι Μεραρχίας εις Λάρισαν και εις τον 5ον Λόχον. Κατά την περίοδον αυτήν ο Ελλ.Στρατός είχεν αποβιβασθή εις Σμύρνην …… ο Στρατός μας ευρίσκετο εις τα πρώθυρα της Κωνσταντινουπόλεως εντός της πόλης ευρίσκετο και το θωρηκτόν «Αβέρωφ».
– Η εποχή αυτή ήτο μία περίοδος ενθουσιασμού και όταν κατετάγημεν το όνειρόν μας ήτο όσο το δυνατόν γρηγορότερα να βρεθούμαι εις την Μ.Ασία ιδίως εις την Σμύρνην.… και μίαν πρωίαν διά του τραίνου Λαρίσης – Βόλου μετεφέρθημεν εις Βόλον…. Την άλλην ημέρα κατά τας 10 η ώρα ευρισκόμεθα εις Σμύρνην και απεβιβάσθημεν εις το Σταθμόν Πούντας».
Στη Μικρά Ασία ο Δημ. Κασλάς φοίτησε στον Ουλαμό (ειδικός σχηματισμός πεζικού) Εφέδρων Αξιωματικών που οργανώθηκε στο Αφιόν Καραχισάρ. Σημειώνει: «Επί συνόλου 1.200 που δώσαν εξετάσεις επέτυχαν 225.Εγώ είχα σειρά επιτυχίας 97.
Η εκπαίδευσίς μας εντατική όλοι σχεδόν οι φοιτούντες ήσαν υπαξιωματικοί οι οποίοι είχαν πολεμική δράσι εγώ είχα το βαθμό του Δεκανέως…
1Για την επιλογή και την απόδοση των παραπάνω αποσπασμάτων από τα χειρόγραφα απομνημονεύματα του Δ. Γ.Κασλά που αφορούν την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας χρησιμοποιήθηκε τα χειρόγραφα και το άρθρο του Δημήτρη Κωνσταντάρα – Σταθαρά με τίτλο «Η Μικρασιατική Καταστροφή από το ημερολόγιο του Ταξίαρχου Δημ. Κασλά», εφημερίδα Θεσσαλία, Βόλος 17/9/2006.
Η μεγάλη τουρκική επίθεση και η αιχμαλωσία:
(13 Αυγούστου 1922: Αρχίζει η μεγάλη τουρκική επίθεση. Υποχώρηση)
– Την 13 Αυγ. 1922 από τα χαράματα ήρχισε η μεγάλη Τουρκική επίθεσις …Οι Τούρκοι επετίθεντο εις ολόκληρον το μέτωπον από Εσκή Σεχήρ μέχρι Ορτάντζης και από την μεσημβρίαν διετάχθη η εκκένωσις του Αφιόν. Τελευταίο τμήμα την νύκτα της 14ης εγκατέλειψε την πόλιν ο Ουλαμός μας αφού βάλαμε φωτιά εις τους Σιδηρ. Σταθμούς, Αποθήκας και το κτίριο της Σχολής…
( Ο απεγνωσμένος αγώνας του ελληνικού στρατού στη χαράδρα του Αλη Βεράν )
– Η 17η Αυγούστου μας βρήκε μέσα εις την περιβόητον χαράδρα του Αλή Βεράν είχε συρεύσει εκεί ο Στρατός των δύο Σωμάτων Στρατού άλλος εν διαλύσει και άλλος συντεταγμένος περίπου 60 πυροβόλα και πολλοί Αρμένιδες εκεί πλέον μας έκλεισαν οι Τούρκοι τας προς Νότον κατευθύνσεις. Καθ’ όλην την ημέραν αγωνίζονται τα τμήματά μας να ανοίξουν δρόμο αλλά δεν το εκατορθώσανε οι Τούρκοι εμποδίζουν με ελλιγμούς επικινδύνους … Όταν φθάσαμε κάτω εις την κοιλάδα ευρέθημεν κυκλωμένοι από Τούρκους ιππείς. …έτσι ευρέθημεν χωρίς να το καταλάβουμαι αιχμάλωτοι.
Η ζωή στην αιχμαλωσία:
(Η αιχμαλωσία: ταλαιπωρίες-διαμονή-εργασίες-φαγητό)
– Ως Αιχμάλωτοι οδηγήθημεν εις Μεκνάζ όπου είχαν συγκεντρωθή αρκεταί χιλιάδες αιχμάλωτοι Αξ/κοί και στρατιώται και από εκεί με 2 ημερών πορεία μας έφεραν πάλιν εις το Αφιόν Καραχισάρ όπου εκάπνιζαν ακόμη τα ερείπια από τις φωτιές που βάλαμαι, το σχολείο δεν υπήρχε πλέον. Είχαν συγκεντρωθεί οι πολίτες οι Τούρκοι με τα γιορτινά τους δεξιά και αριστερά του δρόμου που θα περνούσαμαι ρίχναν πέτρες και φώναζαν «κες» δηλαδή σφάξιμο με πολύν κόπο οδηγήθημεν εις το Διοικητήριο που ήτο πρώτα το Α΄Σ.Στρατού είχεν μια ψιλή μάνδρα μας έκλεισαν μέσα και απ’ έξω είχαν συγκεντρωθή πολίτες και φώναζαν «κες». …
– Πόσο κράτησε η πορεία δεν θυμούμαι καθ’οδόν μας δίδουν από ένα ψωμάκι περίπου μισής οκάς την ημέρα.
– Μείναμαι λίγες μέρες εκεί μας κάμαν και συσσίτιο πληγούρι είχαμαι πολύ εξαντληθή και τραυματισθή στα πόδια γιατί οι περισσότεροι ήσαν ξυπόλητοι και να περπατάς μέσα στα αγκάθια και χαλίκια. Εγώ κρατούσα καλά τους πάτους από τις αρβήλες γιατί το επάνω μέρος το έκοψα για να μη μας το πάρουν οι Τούρκοι γιατί οι Τούρκοι Στρατιώτες φορούσαν τσαρούχια και με διάφορες στολές.
Στο Μπελήκ-Αχούρ δεν υπήρχε κανένα σπήτι όρθιο ούτε ο Σ. Σταθμός μας βάλαν και κάναμαι καλύβες με χόρτα και καλάμια το κρύο το κρατούσε αλλά τη βροχή δεν βαστούσαν. Και τες καλύβες αυτές τις περιφράξαμαι με συρματόπλεγμα κατόπιν άρχισε η κατασκευή της γραμμής δηλαδή φέρναν τα τραίνα τα σίδερα δεν ήταν ολόκληρα και τα κουβαλούσαμαι ή τα σέρναμαι άλλοι βιδώναν τα σίδερα ήσαν και μερικοί τεχνικοί Τούρκοι εγώ τις περισσότερες φορές βίδωνα είχα ένα κλειδί και βίδωνα τα σίδερα βάλαμαι από μία βίδα γιατί δεν είχαναι θέλαν με κάθε τρόπο να ενωθή η γραμμή της Άγκυρας με το Εσκή-Σεχήρ διότι από εκεί κατόπιν υπήρχε γραμμή έτοιμος και προς Κωνσταντινούπολιν και προς Σμύρνην, όταν επροχώρησεν η κατασκευή μακριά από τις καλύβες μας αλλάζαμαι καταυλισμό σε άλλον Σταθμό, δεν ενθυμούμαι το όνομα και έτος νομίζω πως μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου φθάσαμαι στο Εσκή-Σεχήρ. η γραμμή είχεν γίνει. Πέρασε το πρώτο τραίνο αλλά εβασανίσθησαν πολύ οι αιχμάλωτοι ιδίως από την έλλειψιν υποδήσεως. επροσπαθούσε ο κάθε ένας να τυλίγη τα πόδια του είτε με κουρέλια είτε με τσουβάλια. Είχαμε ένα ζευγάρι τσαρούχια αλλά τα φορούσαμαι όταν δεν ήταν καλός ο δρόμος και κρυφά να μη βλέπουν ότι έχουμαι υπόδησι γιατί όποιος είχε καλή υπόδησι τους βγάλαν και τους στέλναν αγγαρείες.
– Αρχάς του έτους 1923 μας βρίσκει στο Εσκή-Σεχήρ μας είχαν σε ένα οίκημα διόροφο με πολλά δωμάτια. Από τον Δεκέμβριο είχε χιονίσει κρύο πολύ και χιόνι και έπρεπε κάθε πρωί να βγούμαι όλοι στη γραμμή μέσα στο χιόνι για να κάμουν προσκλητήριο…. μέσα στο χιόνι δεν έπρεπε να φορούμαι τα τσαρούχια γιατί τους διάλεγαν και τους στέλναν αγγαρεία όταν ήταν με υπόδησι. έτσι βγαίναμαι ξυπόλυτοι αλλά επειδή στεκόμεθα σχεδόν μισή ώρα μέσα στο χιόνι είχει ο κάθε ένας ένα κουρέλι και το έβαζε κάτω και πατούσε επάνω.
– Από φαγητό το πρωΐ ήτο αλεύρι σούπα με λίγο σπορέλαιο την λέγαν «αλεμάν τσορβασί» Γερμανική σούπα το μεσημέρι ένα ψωμάκι περί τα 150 δράμια μόνον πότε πότε λίγες εληές και το βράδυ σιτάρι μπλογούρι μαγερεμένο και μιά φορά την εβδομάδα βάζαν και κανένα κόκαλο από βουβάλια. Αυτό ήτο το φαγητό καθ΄όλην τη διάρκεια της αιχμαλωσία άλλο φαγητό δεν έφαγα επί 6 περίπου μήνες.
Η ανταλλαγή αιχμαλώτων και η επιστροφή:
(Η ανταλλαγή αιχμαλώτων)
Στα μέσα Μαρτίου του 1923 αρχίζουν οι διαδικασίες για την ανταλλαγή των αιχμαλώτων Ο Κασλάς βρίσκεται σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Σμύρνη..
– Κατά την περίοδον αυτήν ενώ ευρέθην στην Σμύρνη αντελήφθην ότι δεν μπορούσα να δω τη νύκτα το φως μόλις το διέκρινα και με κρατούσαν διά να βαδίσω την νύκτα είχα πάθει αβιταμίνωση. Την ημέρα δεν είχα τίποτα….
– Την επαύριο το πρωΐ οδηγήθημεν εις Σμύρνη εις τον προβλήτα της Πούντας εκεί όπου είχα άλλοτε αποβιβαστθη. καθ’ οδόν είδαμε το θέαμα της καμένης Σμύρνης όλη η παραλία και τα μεγάλα κτίρια είχαν καταστραφή μόνον μαύροι τοίχοι υπήρχαν και κίνησι καμία.
(Άφιξη στην Ελλάδα και στο χωριό του Πουρί)
– Την 7ην Απριλίου 1923 τη μεγάλη Πέμπτη το βράδυ μας αποβιβάζουν εις τον Πειραιά …και το πρωΐ πήραμαι το τραίνο διά Λάρισαν- Βόλον έφθασα την Μεγ.Παρασκευή και το Μέγ. Σάββατο 9η Απριλίου 1923 έφθασα στο Πουρί. Είχαν μάθει εν τω μεταξύ από τας εφημερίδας που είχαν δημοσιεύσει τα ονόματα ότι είχα έλθει και εγώ. Την πρώτη βραδιά δεν έβλεπα καθόλου την νύκτα και η λάμπα ήτο δίπλα μου ούτε το πιάτο με το φαγητό. μετά από δύο ημέρες συνήλθον και έβλεπα καλά».









