Ο Δημήτριος Γ. Κασλάς (1901–1966) από το Πουρί Βόλου υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό από τη Μικρασία μέχρι τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, όπου διακρίθηκε υπερασπιζόμενος το ύψωμα 731. Κατά την Κατοχή συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, υπέστη εξορίες και αποστρατεύτηκε ως αντισυνταγματάρχης, τιμημένος με πλήθος παρασήμων και μεταθάνατον προαγωγή σε ταξίαρχο.
Προσωπική ζωή και στρατιωτική σταδιοδρομία έως τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο
Ο Δημήτριος Γεωργίου Κασλάς1 γεννήθηκε το 1901 στο Πουρί Βόλου, γιος του Γεωργίου Καζίλα του Στεργίου και της Μαρίας, το γένος Διακουμή. Το αρχικό επίθετο της οικογένειας ήταν Καζίλας, το οποίο ο ίδιος μετέβαλε σε Κασλάς με την κατάταξή του στον Στρατό.
Σε ηλικία 15 ετών μετέβη στον Βόλο, όπου εργάστηκε σε αρτοποιείο και αργότερα σε ταβέρνα, ενώ παράλληλα ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στη Νυκτερινή Εμπορική Σχολή. Το 1920, σε ηλικία 19 ετών, κατατάχθηκε κληρωτός στη Λάρισα και τον Ιούλιο του ίδιου έτους μεταφέρθηκε στη Σμύρνη, στο πλαίσιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Τον Ιανουάριο του 1922 εισήχθη στον ουλαμό Εφέδρων Αξιωματικών στο Αφιόν Καραχισάρ, επιτυχών στις σχετικές εξετάσεις (97ος ανάμεσα σε 225 επιτυχόντες από 1.200 υποψηφίους). Μετά την κατάρρευση του μετώπου συνελήφθη αιχμάλωτος (Αύγουστος 1922 – Απρίλιος 1923).
Στις 9 Απριλίου 1923 επέστρεψε στο Πουρί με σοβαρά προβλήματα όρασης, συνεπεία αβιταμίνωσης. Την ίδια χρονιά αναγνωρίστηκε ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός και τον Μάρτιο του 1924 εντάχθηκε στο σώμα των μόνιμων αξιωματικών. Η στρατιωτική του σταδιοδρομία υπήρξε διακεκριμένη, με κορυφαία στιγμή τη δράση του κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο (1940–1941).
1 Το βιογραφικό στηρίχθηκε στην εργασία: Θ. Νημάς, Τρικαλινά (Ετήσιο Φιλολογικό Ιστορικό Λαογραφικό Λογοτεχνικό Περιοδικό Σύγγραμμα), τόμος 21ος, Φιλολογικός Ιστορικός Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (ΦΙΛΟΣ) Τρικάλων, Τρίκαλα 2001, σελ. 175-177.
Δράση στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο και μεταγενέστερη ζωή
Υπηρετώντας στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων ως λοχαγός, ανέλαβε τη διοίκηση του ΙΙ/5 Τάγματος και προήχθη σε ταγματάρχη επ’ ανδραγαθία στο πεδίο των επιχειρήσεων. Το τάγμα του διακρίθηκε κατά την απόκρουση της ιταλικής «Εαρινής Επίθεσης» (9–25 Μαρτίου 1941) εναντίον του υψώματος 731, παρουσία του Μπενίτο Μουσολίνι. Η αποτυχία της ιταλικής επίθεσης, στην οποία συνετρίβησαν επίλεκτες μεραρχίες, υπήρξε καθοριστική για την έκβαση του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Στη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία η μάχη έχει χαρακτηριστεί ιδιαίτερα σημαντική.
Μετά την κατάρρευση του μετώπου, ο Κασλάς επέστρεψε στο Πουρί. Κατά την περίοδο της Κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση μέσω του ΕΛΑΣ, όπου υπηρέτησε ως διοικητής του 52ου Συντάγματος. Η μονάδα του ανέπτυξε δράση κυρίως στις περιοχές Λαμίας, Καρπενησίου και Καρδίτσας, σημειώνοντας σημαντικές επιτυχίες. Μετά την Απελευθέρωση, εξορίστηκε (1945–1948) στη Σέριφο, την Ικαρία και τη Σαντορίνη.
Αποστρατεύτηκε αυτεπαγγέλτως με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Το 1985, με την επίσημη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, προήχθη μετά θάνατον σε ταξίαρχο. Απεβίωσε στις 22 Φεβρουαρίου 1966 από καρδιακό επεισόδιο, έχοντας προηγουμένως υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε επηρεάσει τις γραπτές του ικανότητες.
Τιμήθηκε με τα εξής παράσημα και διακρίσεις:
- Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας
- Πολεμικός Σταυρός Γ΄ Τάξεως
- Αργυρός Σταυρός του Βασιλικού Τάγματος
- Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας Δ΄ Τάξεως
























